ἱλαροτραγῳδία


ἱλαροτραγῳδία
ἱλαρο-τραγῳδία, , heitere Tragödie, die Rhinton erfunden

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ιλαροτραγωδία — Θεατρικό είδος παρωδίας· η τραγωδία που έχει κωμική έκβαση. Μεταφορικά ι. λέγεται το γεγονός που έχει επίφαση τραγικότητας, αλλά στην ουσία του είναι κωμικό. Μία από τις πρώτες ι. ήταν και η Βατραχομυομαχία. Ωστόσο, μόνο από τα τέλη του 4ου αι. π …   Dictionary of Greek

  • ιλαροτραγωδία — η 1. θεατρικό έργο που από τραγωδία εξελίσσεται σε κωμωδία. 2. κάθε δυσάρεστη κατάσταση που έχει αστείο τέλος: Η υπόθεση εξελίχτηκε σε ιλαροτραγωδία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἱλαροτραγῳδίας — ἱλαροτραγῳδίᾱς , ἱλαροτραγῳδία burlesque tragedy fem acc pl ἱλαροτραγῳδίᾱς , ἱλαροτραγῳδία burlesque tragedy fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • RHINTON Tarentinus — Φλυακογράφος τὰ τραγικὰ μεταῤῥυθμίζων εἰς τὸ γελοῖον Hesych. sicque Auctor fuit eius mimilogiae, quae Ιλαροτραγῳδία appellata est, item Φλυακογραφία, vide supra …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Σκιράς — Αρχαίος συγγραφέας της ιταλικής κωμωδίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Αθήναιου καταγόταν από τον Τάραντα και άκμασε τον 3o αι. π.Χ. Με τον όρο «ιταλική κωμωδία» αποδίνεται ένα ιδιαίτερο φιλολογικό είδος, που ονομάζεται ιλαροτραγωδία και αποτελεί… …   Dictionary of Greek

  • ιλαρός — ή, και ά, ό (ΑΜ ἱλαρός, ά, όν) 1. χαρούμενος, εύθυμος 2. το ουδ. ως ουσ. το ιλαρό(ν) η ιλαρότητα νεοελλ. το θηλ. ως ουσ. η ιλαρά εξανθηματικό μολυσματικό νόσημα που προκαλείται από διηθητό ιό μσν. καλοπροαίρετος αρχ. (για αίμα) αυτός που σφύζει 2 …   Dictionary of Greek

  • Γκουαρίνι, Μπατίστα — (Battista Guarini, Φεράρα 1538 – Βενετία 1612).Ιταλός λόγιος. Διετέλεσε καθηγητής της ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Φεράρα και ήταν μαζί με τον Τορκουάτο Τάσο μέλος της ακαδημίας της Πάντοβα. Έως το 1588 ήταν πρεσβευτής στο Τορίνο, στη Βενετία,… …   Dictionary of Greek

  • Δανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Δανίας Έκταση: 43.094 τ. χλμ Πληθυσμός: 5.352.815 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Κοπεγχάγη (499.148 κάτ. το 2001)Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στην ιστορική ομάδα των σκανδιναβικών χωρών. Συνορεύει στα Ν με τη Γερμανία, ενώ… …   Dictionary of Greek

  • Κριλόφ, Ιβάν Αντρέγεβιτς — (Ivan Andreyevich Krylov, Μόσχα 1769 – 1844). Ρώσος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθογράφος. Έζησε στην Αγία Πετρούπολη, όπου σταδιοδρόμησε ως λογοτέχνης. Αρχικά έγραψε διηγήματα και σάτιρες και, αργότερα, κωμωδίες και τραγωδίες… …   Dictionary of Greek

  • Ρίνθων — Δραματικός ποιητής, που έζησε τον 4o 3o αι. Σύμφωνα με μια εκδοχή, καταγόταν από τις Συρακούσες, και κατά μία άλλη, από τον Τάραντα και ήταν γιος κεραμέα. Ο Ρ. είχε ειδικευτεί στις παρωδίες, ιδιαίτερα των αρχαίων μύθων, που αποτέλεσαν ένα… …   Dictionary of Greek

  • Χάμπινγκτον, Ουίλιαμ — (Habington, 1605 – 1654). Άγγλος ποιητής. Έγραψε λυρικά ποιήματα και ελεγείες, που διακρίθηκαν για τη θέρμη του ερωτικού πάθους, τη θρησκευτικότητα και την ειδυλλιακή του χάρη. Εκδόθηκαν με τον τίτλο Καστάρα (1634). Επίσης έγραψε: Iστορία του… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.